Δια λογου αποδραση

Δια λογου αποδραση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά με κριτική ματιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά με κριτική ματιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

ΔΕΝ ΣΤΕΦΕΤΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΝΟΜΟΣ !  

   



ΔΕΝ ΣΤΕΦΕΤΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΝΟΜΟΣ !                                           
Με περίσσια έπαρση
συγχέονται αρχές και εξουσίες,
διασύρεται ο νόμος του θεού, η ηθική τάξη.
Διαβάζω: «..ούτοι οι νόμον μη έχοντες εαυτοίς εισί νόμος»*
Σαφώς και δε μιλάμε για την ουρανοποίηση του κόσμου,
για έναν παράδεισο επί της γης!
Ο εκμαυλισμός του κοινωνικού πρότυπου,
η έννομη παρά φύσιν συμβίωση,
– αυτό και μόνον αυτό – μας αφορά!

Πριάπεια συμπεριφορά και Love Parade (Pride)
ξάφνου συναντιούνται…
Εμπύρετη η κοινωνία απ΄ την «λύσσαν της πορνείας»*
Νωπές οι μνήμες αμηχανίας,
που παρέλυσαν την αντίσταση μας στο κακό.
Η ειδωλολατρία, αιτία της ασέλγειας.

Του παραλόγου ο λόγος  θριαμβεύει!
Η κορωνίδα της φύσης άθυρμα των παθών.
Αδύνατον!
Δεν στέφεται το πάθος νόμος!
Άκυρη θα καθιστούσε την μετάνοια,
την σωτήρια απόφαση του ασώτου.

«Θανατερό φαρμάκι φαρμάκωσε την ανθρωπότητα»*
αιτία για τους ηθικά ρακένδυτους.
Η θεσπισμένη λογική,    
πέραν του “εντός ημών νόμου“, πόρνη λογίζεται.
Οριστικά πια και δια νόμου χωρίζουν οι δρόμοι
του Χριστιανού, του ειδωλολάτρη...

                           ***

Π. Ρωμανός
[ Φωτό από διαδίκτυο ]

* «όταν γάρ έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή,
ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς είσι νόμος» Ρμ. 2, 14
Μετάφραση Παν. Τρεμπέλας: Διότι θεοσεβείς άνθρωποι από τους
εθνικούς, που δεν τους εδόθη από τον Θεόν νόμος γραπτός,
οδηγούμενοι από τον έμφυτον ηθικόν νόμον πράττουν ο,τι
ο γραπτός νόμος διατάσσει, εις τους τοιούτους ανθρώπους,
καίτοι δεν έχουν γραπτόν νόμον, νόμος είναι ο ίδιος ο εαυτός των,
δηλαδή η συνείδησίς των.
* «λύσσαν της πορνείας»  Αποκ. 14,8. Βλέπε επίσης Εφ. 4,19  και 5, 3-5
*Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο καταφύγιο, εκδ. Ακρίτας 1996, σελ. 198.

========================================

Όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο,
έτσι και ο ΠΟΙΗΤΗΣ την αφροσύνη του σε πικρόν
υδράργυρον, αλλ΄ αγάπης.  
Οδυσσέας Ελύτης




Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ





Εσχάτη προδοσία                                                            
Μνημονίου αιτία

Είναι ανάγκη να μοιραστώ μαζί σου
τη ζοφερή εικόνα ενός ένδοξου
και πολύτρωτου σώματος,
που τώρα κείτεται χάμω,
άλλοτε ξακουστού…

Μήτε δόρυ το λάβωσε μήτε θεομηνία,
αλλά η νόσος η επάρατος της πλεονεξίας,
όπου ήρθε και φώλιασε στα σωθικά του
με έναν ελεεινό και επαίσχυντο σκοπό.

Στο της πατρίδας σώμα ιερό
κόλακες κάθε λογής ασελγούσαν,
κι ως άλλοτε στυγνοί και βάρβαροι οχτροί
της ιστορίας ένδοξη εικόνα αποδομούσαν.

Ίδιας φυλής
άσπλαχνα αρπαχτικά και αχρείοι
μέρους της νιότης το μέλλον
υφαρπάξαν εσαεί…

Άφρονες, άφρονες, δεσμώτες μνημονίων,
ουδέποτε στοχαστήκατε τη θεία δικαιοσύνη
και το κρίμα δια τους ιδίους απογόνους;

                                ***
 Απο την ποιητική μου συλλογή
ΑΠΛΟ -ΠΟΙΗΣΗ

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

ΕΙΚΟΣΙΟΚΤΩ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 [ΠΟΙΗΜΑ]



28η Οκτωβρίου 1940
                               
Εθνική εορτή. (κοινότυπη αναφορά)
Σημαιοστολισμός παντού.
Ημέρα  μνήμης γράφουν, ως συνήθως,
οι αρθρογράφοι.
Ιδιαίτερη η αναφορά στο φρόνημα,
στο ακμαιότατο ηθικό του Έθνους...

Εικονογραφούμε τα θυσιασμένα παλληκάρια,
                              τις αμέτρητες Μπουμπουλίνες,
                              τα πιστά υποζύγια.

Υμνολογούμε την Παναγιά, την Βέμπο

Απαξιώνουμε τον “αγά”, που μόχθησε τα μέγιστα
                   να μας “αγιάσει“,
                               τον μισαλλόδοξο Ιταλό – Γερμανό

Έως πότε  θα αντλούμε μνήμες αδικαίωτες
απ΄ το μαγγανοπήγαδο της ιστορίας,
«ανθρώπινα δικαιώματα» ψυχών
που παραμένουν
και στο επέκεινα καταπατημένα;

Θέλουν ν΄ αναστηθούν δικαιωμένοι*,
κράζουν οι χιλιάδες αδικοχαμένοι.
Παρακαταθήκη ιερά,
χρέος δυσβάσταχτο για τους απογόνους.

Έκτοτε άνθισαν δυο γενιές,
κύλησαν εξηνταπέντε και δέκα καλοκαίρια…
– λιγοστή, μια αχνή συγγνώμη –
αρκετά, basta, genug !!!

                        ***
Π. Ρωμανός

*  Επανόρθωση (Wiedergutmachung)








Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


Αναμένoντας την Ανάσταση                                                


Το υποσχεθήκαμε ευλαβικά και πάλι στον εαυτό μας,
φέτος να μην “ξεθεωθούμε“ με τα ψώνια,
την καθαριότητα,
τις όποιες φροντίδες πριν το Πάσχα.

Κι όμως,
δεν παύσαμε να τρέχουμε σαν κουρδισμένα λαγουδάκια
και να αγωνιούμε,
αν τα καταφέρουμε τελικά.

Το απλό ερώτημα  «προς τι;»  δεν απαντήθηκε  ποτέ…

Μέγα Σάββατο  μεσημέρι·
αναμένουμε την Ανάσταση.
Το άγχος τούτες τις στιγμές
δεν έχει αποκλειστικότητα.

Τα παιδιά χορτάτα, εμείς σχεδόν· πότε πέρασε η νηστεία!

Ποια χάρη αναμένουμε, τι ευελπιστούμε;
Ο νους μας ταξιδεύει στα περασμένα,
στις παιδικές μας αναμνήσεις·                                                                                
τόσο ανέμελα, αγνά κι ωραία…

Μήπως, όσα κατ΄  ανάγκη στερηθήκαμε,
τα ΄κανε ο νους μας ποθητά; λέω, μήπως!

Ή της χαράς το μυστικό είναι το να ζεις λιτά;

  
Το ποίημα ανήκει στην ποιητική μου συλλογή ΑΠΛΟ - ΠΟΙΗΣΗ















Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

8 Mάρτη: ... Kωνσταντίνα Κούνεβα ... "Το βιτριόλι που΄γινε καταλύτης"








  Τιμής ένεκεν στην Κωνσταντίνα Κούνεβα


Αναρωτιόμουν σαν ήμουνα παιδί,
αν του Ιούδα ήταν γραφτό να προδώσει τον Χριστό
ή εθελουσίως δήλωνε πιστός οπαδός του φθόνου·
και κάποιες φορές ακόμα αναρωτιέμαι…

Κανένα άλλοθι δεν πρόκειται να του αναγνωρισθεί
γι΄ αυτήν τη δόλια πράξη.
Αμνήστευση  χωρίς μετάνοια, πώς άλλωστε να υπάρξει!

Κι όμως,
κάποιες ανθρωπόμορφες λεπιδωτές υπάρξεις
δήλωσαν  “πίστη“ στην πράξη του Ιούδα
κι έδωσαν την εντολή του αφανισμού…         

Χανσενικής ψυχής απότοκοι
με βιτριόλι αποπειράθηκαν  να καταστρέψουν
και πάλι  την του θεού εικόνα.
«Αυτή» όμως επιμένει αλώβητη μες στην ανθρωπιά
της σκέψης και των συναισθημάτων.     

Περί τίνος ο λόγος;
Το σημαδεμένο πρόσωπο της Κωνσταντίνας Κούνεβα.

Η αιτία
που άλλαξε τη ροή του μύθου σε βελτιωμένο παραμύθι,
όπου αντί εκδίκησης  προβάλλει συμπόνια για το θύτη!…

Λόγος
που συντάσσει την έννοια της ανθρωπιάς με νέους όρους.
Ιδανικά αλτρουισμού, εφάμιλλα των ιστορικών προγόνων.
Άχρονη ποιότητα του ελέους.
 
Έτσι είναι.
Κάποια θαλασσοπούλια πάντα θα ίπτανται της λαοθάλασσας,
για να της δίνουν ορίζοντα κι ελπίδα στα όνειρά της. 
Μα αυτή κατά βάθος τα εχθρεύεται,
που τόλμησαν να ορθώσουν λόγο.

Λόγος  που έχει ποίηση,
μια σκέψη καθαρή για το συνάνθρωπό τους,
δίχως να προβάλλουν είδωλο το εγώ τους.

Μετέωρη τώρα της εθνογραφίας* η σπουδή,
για την κοιτίδα του πολιτισμού.
Δηλώνει  “αναρμόδια“ των περιστάσεων,
συρμένη απ΄ τον χαλκά της δολοπλοκίας. 

Οξύμωρο ή μήπως τραγικό;

Μόνον οι λαθρογραφίες στους τοίχους
δήλωναν συμπόνια για την Κωνσταντίνα 
και απαίτησαν τιμωρία παραδειγματική για τους ενόχους.
Αναπόφευκτο, το να μην καταστραφούν περιουσίες.

Μα, (λόγια της  Κ. Κούνεβα)
«…εγώ τους λέω να μην λερώνουν τους τοίχους,
να μην καίνε αυτοκίνητα,
να μη χαλούν τίποτε που δεν μπορούν να φτιάξουν οι ίδιοι».

 
   * Η Κωνσταντίνα Κούνεβα σπούδασε Εθνογραφία

     Το ποίημα  ανήκει στην ποιητική μου συλλογή  "ΑΠΛΟ - ΠΟΙΗΣΗ"

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Εγκαίνια του μπλογκ



  Επιτέλους, μετά από  αλλεπάλληλους πειραματισμούς εγκαινιάζω επισήμως το μπλογκ μου.


Παραθέτω τα παρακάτω ποιήματα, επιθυμώντας να μοιραστώ την αγωνία, τον αγώνα και την ελπίδα με τους συμπατριώτες μου στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε.
«Αν, και λέω αν» αυτά τα ποιήματά τελικά καταφέρουν να  αγγίξουν την καρδιά των αναγνωστών, τότε εκπλήρωσαν την αποστολή τους.
Βαθύτατή μου ευχή είναι, εμείς ως ελληνικός  λαός να παραμείνουμε όρθιοι (allen zum Trotz) που λένε οι Γερμανοί, που σημαίνει: ενάντια σε όλες τις  Κασσάνδρες.
Είναι ποιήματα που ανήκουν σε  διαφορετικούς θεματόκυκλους και περιλαμβάνονται στο βιβλίο που πρόκειται σύντομα να εκδοθεί.
Τα θέματά τους αναφέρονται στην καθημερινότητά μας, εκφράζουν κοινωνικούς προβληματισμούς, δίνουν αφορμή για προσωπική ενδοσκόπηση και αφήνουν ένα παράθυρο ελπίδας για το μέλλον…

Ας την δράξουμε λοιπόν!!

                                                                 *****


δια χειρός Στυλιανού Πασχαλίδη

Επανάσταση επί χάρτου                                                      

Κάποτε έπαυσα να ΄μαι παιδί· 
από τότε η άσπρη κόλλα χαρτί
μου προκαλούσε δέος, ανασφάλεια
και εν μέρει φόβο.

Ξανοιγότανε μπροστά μου,
   σαν μια θάλασσα που επρόκειτο να διασχίσω,
 
   ως ένας απέραντος τετραγωνισμένος ουρανός,
   που απαιτούσε  καλές ισορροπίες να σταθείς,
 
   ωσάν μια λευκή έρημος, αδημονούσα να προσβάλλει
   τις γνώσεις και τη νοημοσύνη  καθενός.

Κάποια στιγμή ανακάλυψα την «ἀχίλλειό της πτέρνα».

   Διπλώνοντάς την κάθετα,  
   απώλεσε την αρχική ισχύ της 
   και  ξεθάρρεψα.
   Ξεκίνησα να συλλέγω λέξεις, φράσεις,
   καταγράφοντας συγχρόνως
   φρεσκοψημένες  σκέψεις και αντιλήψεις.

Τώρα, ονειρεύομαι μια επανάσταση επί χάρτου…

                                                 ***








Μεταξύ ουρανού και γης                 


Δομημένη ανωνυμία πολλαπλών ορόφων
από μπετόν, γυαλί και ατσάλι.
Αφιλόξενοι όγκοι οικιστικής πολιτικής,
ζωσμένοι με κλιμακωτούς ευάερους εξώστες.
Kατασκευές, για να ζει κανείς στη μοναξιά…

Μεταξύ ουρανού και γης
αιωρούνται κάποια ανθισμένα πανσεδάκια
“σε κατ΄ οίκον περιορισμό“ · 
xάρμα οφθαλμών οι χρωματοπινελιές τους.
Εν πολλοίς ριγέ το προπέτασμα προστασίας.

Μήνας Μάρτης·    
φειδωλή η ένδειξη πρασίνου στους παραδρόμους.
Η ανωνυμία  των εκτοπισμένων λουλουδιών,
διασωθέντων του άχροου καιρού,
άρθηκε με το άνθος.
Ξάφνου εξελίσσεται το θαύμα: 
μπουλούκια οι ιπτάμενοι εραστές.

Θαμώνες γίνηκαν  τα λεπιδόπτερα, τα υμενόπτερα
στην τροφοσυλλεκτική τους γύρα.
Σε μυστική αποστολή  κάποιο βρωμοκάνθαρο, που
εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε συγχρόνως.

Μήπως θα  ΄πρεπε να ομιλώ για τον αρχιτέκτονα του παντός,
για την επικρατούσα τάξη;

                                                  ***


                  


 Έγκλειστος στη Θεσσαλονίκη                                           


Πολιορκημένος απ΄ τον αστικό κλοιό
σωτήρια βήματα με οδηγούν και πάλι στην παραλία.
Αντάμωμα όρισαν για σήμερα, ως φαίνεται,
τα στοιχεία της φύσης: ο ήλιος, η θάλασσα και ο αγέρας·
σε πλήρη εξέλιξη το τελετουργικό, καθώς αριβάρω.           

Τεράστια πασαρέλα θυμίζει ο μόλος. 

Ο γυρομανής άνεμος
στιγμιαία παγιδεύτηκε στο “ραμποτέ“ της κατασκευής,
προκαλώντας πρωτόγνωρους ήχους, ουυυ-οοου ουυυ …,
ξανά και ξανά τρεκλίζοντας, πάνω στη μουσική κλίμακα.

«…τι μου λες τώρα!  Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε,
μπορείς να φανταστείς πώς θα ΄ναι;»
Φευγαλέο σπάραγμα συνομιλίας
– δυο μαθουσάλειας ηλικίας γυναικών –  στο διάβα.

Ξάφνου προβάδισμα έλαβε ο αγέρας…μας ανεμοδέρνει.
Μια μικρούλα χαρωπά ανοίγει τα “φτερά“ της
και προκαλεί τον άνεμο·
«κι άλλο…, κι άλλο…, κι άλλο!» φωνάζει δυνατά!
Ω, παιδική ψυχή!... φωτισμένη με αθωότητα.

Ζώσα μορφή λάβανε τα καράβια.
«Γεια σας  καραβάκια, γεια σας!»
ξεφώνισε από κάποια εξέδρα ένας λιλιπούτειος θεατής.
Μάλλον η απόσταση
τα χάρισε την υποκοριστική ονομασία.          

Απρόσμενα,
ένας παλιός γνώριμος, «Jonathan ο γλάρος»*
ανέμιζε μπροστά μου με έναν ιδιόμορφο χαιρετισμό.
«Μα!  τί γυρεύεις στη στεριά του λέω,
τί απέγιναν οι υπαρξιακές σου αναζητήσεις; »

Ένας σκύλος τον τρόμαξε ξαφνικά,
δεν πρόλαβε ν΄ απαντήσει –χάθηκε η ευκαιρία για πάντα –
…κάπου, κάποτε, όλοι μας αλλάζουμε στη ζωή πορεία…

Βαρύ το τίμημα για όσους εγκλωβίστηκαν,
σε όποια Θεσσαλονίκη.


*Russel Munson, «Jonathan Livingston Seagull» ΗΠΑ, 1970.


                                                 ***






Πολίτες της ίδιας πόλης                                                                             

Ανηλεής της καθημερινότητας η εικόνα.
Μια  πολύβουη σπασμένη συγχορδία
απ΄ τα χαράματα προσμένει
τη γνώριμη περιστροφή του παραθυρόφυλλου,
να μ΄ αγκαλιάσει.

Συχνά οι ήχοι δημιουργούν οικειότητα.

Μα σήμερα τί, ξύπνησα σ΄ άλλη χώρα;
Ασυνήθιστο άκουσμα σιμά στο μπαλκόνι·                                             
φωνές που ήγειραν παιδικές αναμνήσεις:

κάρα με θολωτό σκέπασμα,
μικρά και μεγάλα μπογαλάκια,
στα πλάγια τους κρεμασμένες οικοσκευές,
μυξιάρικα, ξυπόλητα παιδιά
και πρόσωπα που θύμιζαν Βομβάη…

Μεικτά τα συναισθήματα,
–άλλωστε οι κόσμοι μας δε συναντιούνται.
Εισχώρησαν  ηχητικά μες στη γνώριμή μου ασφάλεια
και ανασφάλεια προκάλεσε η απλωμένη κουρελού τους.

Κι όμως, πολίτες της ίδιας πόλης!
                          
                                ***




Βορά αδίστακτων κερδοσκόπων  
Μνημονίου αιτία

Ζήσαμε μες  στην τρυφηλότητα     
– την κατ΄ επέκταση ασωτία –  ως άλλοτε οι Συβαρίτες.         
Προσκυνήσαμε πανάρχαια είδωλα της ανθρωπότητας
βιώνοντας όνειρο απατηλό, δολερά στημένο.

Τίποτα δε μας απέμεινε απ΄ των προγόνων τη σοφία;
Πώς μας επέβαλαν το δόλιο παιχνίδι τους
οι παγκόσμιοι  τζογαδόροι,
ώστε ο λικνίζων πλούτος να γενεί παραγάδι για μυριάδες,
βορά αδίστακτων κερδοσκόπων;
 
Των σαράντα κλεφτών η σπηλιά τώρα σφραγίστηκε·
αλλάχτηκε το σύνθημα της εξόδου.
Ο δρόμος της  διαφυγής πια ανύπαρκτος.
Σσσσς…, ακούς τις φωνές που κρένουν για βοήθεια;
Αλί σ΄ αυτούς που ΄μείναν  έγκλειστοί της… 

Διέρρευσε πως θα υποδουλωθούν δις και τρις ισόβια,
υπόχρεοι στους δυνάστες δανειστές τους
και πως θα κατασχεθούν  άπαντα τα υπάρχοντά τους.

Πολλοί δε θέλησαν με την ντροπή να ζουν,
για όλους δεν αρκούσε ο αγέρας
και κάποιοι βρεθήκαν εκ προμελέτης θύματα
με επίσημο των κομμάτων χρίσμα.

Πόσο εξέπεσε ο θνητός
απ΄ την καθορισμένη της ζωής του πορεία!

Ήτοι : «Και συ Αδάμ, με κόπο να καλλιεργείς τη γη…… με
              τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου,
              ώσπου ξαναγυρίσεις στη γη από την οποία προήλθες»

Αλίμονο σ΄ αυτούς, πού ΄χουν μερτικό στο κρίμα…
                                
                                     ***


Τώρα που τα περνάμε δύσκολα                    


Αδειάζω τα ψώνια στον πάγκο της “Μαρκέτας“,
– τα απολύτως  απαραίτητα –
γάλα, μακαρόνια, πατάτες και κάτι ψιλολόια…

Προηγείται  κάποιος κύριος.

Το διαχωριστικό ξεχώριζε τις γυαλιστερές κονσέρβες
με το προκλητικό λογότυπο·
πορτρέτα  καλοθρεμμένων σκύλων
και γάτες με λαμπικαρισμένες γούνες…
Ο ίδιος έδειχνε να ψωμοζεί. 

«Ο tempοra, o mores (ω καιροί! ω ήθη!)

Τώρα που τα  περνάμε  δύσκολα,
με τη θηλιά του μνημονίου παρέα,
μάλλον « τό πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον ». 

                        ***
              
 Συνεχίζω να χαίρομαι…                                                         

 Θέλω να συμμετέχω στη χαρά σου
 - όσο δύναμαι ν΄ αντέξω,
 - όσο το επιτρέπει ο εγωισμός μου.

Διόλου ευχερές το εγχείρημα, να χαίρεσαι ανιδιοτελώς...

Και καλώς  χαίρεσαι, το οφείλεις στον εαυτό σου·
πώς άλλωστε θα υπάρξει συνέχεια
στα συναισθήματά σου;

Κι όμως, κάτι παράξενο συμβαίνει·
συνεχίζω να χαίρομαι,
και αν ακόμα η δική σου χαρά έχει εκλείψει!…

Τελικά, τι μοιράστηκα μαζί σου;
                         - την περιέργεια
                         - τη  χαιρεκακία
                         - την υπερηφάνεια
                         - τα τη, τα, το …μου!

Μάλλον συντάχθηκα στην αίγλη της στιγμής μαζί σου.
 
                           ***