Δια λογου αποδραση

Δια λογου αποδραση

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Αναρωτήθηκα!!!



Πώς θα μπορούσε κανείς να μεθοδεύσει το ξεκίνημά του στο face- book ?
Τι σκοπό θα΄ θελε να υπηρετήσει μ΄ αυτό το υπέροχο μέσο δικτύωσης πληροφοριών ?
Πέραν του ότι βρίσκει κανείς  γνωστούς και φίλους που τους έχει χάσει για χρόνια
-και είναι κάτι το πολύ ωραίο αυτό-   του δίνεται η δυνατότητα της αντιπροσφοράς.

Προσωπικά επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας ένα αυτοσχέδιο ποιητικό οδοιπορικό
που ξεκινά  από τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, εμπεριέχει τις φιλοσοφικές  του αναζητήσεις, ακουμπά πάνω στη φύση ως απαλή ανάπαυλα, για να αναδείξει το μεγαλείο του Θεού και καταλήγει
τελικά στον υπαρξιακό μαρασμό  του Έθνους.
Κι αυτόν  θεωρώ πως είναι η πιο σοβαρή επίπτωση  της πνευματικής μας εξασθένησης.
Δεν μπορώ να  φανταστώ πως μόνο σε μένα έγιναν αυτά τα θέματα αντιληπτά!!
Αυτή η ποιητική οδοιπορία είναι μια χειρονομία ψυχής προς τον συνάνθρωπο, απαλλαγμένη από αγκυλώσεις, ιδεοληψίες και δόλιες βλέψεις.
Σημείο αναφοράς της θα είναι η ποιητική συλλογή μου με τίτλο “ ΑΠΛΟ – ΠΟΙΗΣΗ “ .
Ξεκινάμε λοιπόν και ο Θεός βοηθός…
  
                                                                                          ***



Εσχάτη προδοσία
Μνημονίου αιτία


Είναι ανάγκη να μοιραστώ μαζί σου
τη ζοφερή εικόνα ενός ένδοξου
και πολύτρωτου σώματος, που τώρα κείτεται χάμω,
άλλοτε ξακουστού…

Μήτε βόλι το λάβωσε μήτε θεομηνία,
αλλά η νόσος η επάρατος της πλεονεξίας,
όπου ήρθε και φώλιασε στα σωθικά του
με έναν ελεεινό και επαίσχυντο σκοπό.

Στο της πατρίδας σώμα ιερό
κόλακες κάθε λογής ασελγούσαν,
κι ως άλλοτε στυγνοί και βάρβαροι οχτροί
της ιστορίας ένδοξη εικόνα αποδομούσαν.

Ίδιας φυλής
άσπλαχνα αρπαχτικά και αχρείοι
μέρους της νιότης το μέλλον υφαρπάξαν εσαεί…

Άφρονες, άφρονες, δεσμώτες μνημονίων,
ουδέποτε στοχαστήκατε τη θεία δικαιοσύνη
και το κρίμα δια τους ιδίους απογόνους;







Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Εγκαίνια του μπλογκ



  Επιτέλους, μετά από  αλλεπάλληλους πειραματισμούς εγκαινιάζω επισήμως το μπλογκ μου.


Παραθέτω τα παρακάτω ποιήματα, επιθυμώντας να μοιραστώ την αγωνία, τον αγώνα και την ελπίδα με τους συμπατριώτες μου στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε.
«Αν, και λέω αν» αυτά τα ποιήματά τελικά καταφέρουν να  αγγίξουν την καρδιά των αναγνωστών, τότε εκπλήρωσαν την αποστολή τους.
Βαθύτατή μου ευχή είναι, εμείς ως ελληνικός  λαός να παραμείνουμε όρθιοι (allen zum Trotz) που λένε οι Γερμανοί, που σημαίνει: ενάντια σε όλες τις  Κασσάνδρες.
Είναι ποιήματα που ανήκουν σε  διαφορετικούς θεματόκυκλους και περιλαμβάνονται στο βιβλίο που πρόκειται σύντομα να εκδοθεί.
Τα θέματά τους αναφέρονται στην καθημερινότητά μας, εκφράζουν κοινωνικούς προβληματισμούς, δίνουν αφορμή για προσωπική ενδοσκόπηση και αφήνουν ένα παράθυρο ελπίδας για το μέλλον…

Ας την δράξουμε λοιπόν!!

                                                                 *****


δια χειρός Στυλιανού Πασχαλίδη

Επανάσταση επί χάρτου                                                      

Κάποτε έπαυσα να ΄μαι παιδί· 
από τότε η άσπρη κόλλα χαρτί
μου προκαλούσε δέος, ανασφάλεια
και εν μέρει φόβο.

Ξανοιγότανε μπροστά μου,
   σαν μια θάλασσα που επρόκειτο να διασχίσω,
 
   ως ένας απέραντος τετραγωνισμένος ουρανός,
   που απαιτούσε  καλές ισορροπίες να σταθείς,
 
   ωσάν μια λευκή έρημος, αδημονούσα να προσβάλλει
   τις γνώσεις και τη νοημοσύνη  καθενός.

Κάποια στιγμή ανακάλυψα την «ἀχίλλειό της πτέρνα».

   Διπλώνοντάς την κάθετα,  
   απώλεσε την αρχική ισχύ της 
   και  ξεθάρρεψα.
   Ξεκίνησα να συλλέγω λέξεις, φράσεις,
   καταγράφοντας συγχρόνως
   φρεσκοψημένες  σκέψεις και αντιλήψεις.

Τώρα, ονειρεύομαι μια επανάσταση επί χάρτου…

                                                 ***








Μεταξύ ουρανού και γης                 


Δομημένη ανωνυμία πολλαπλών ορόφων
από μπετόν, γυαλί και ατσάλι.
Αφιλόξενοι όγκοι οικιστικής πολιτικής,
ζωσμένοι με κλιμακωτούς ευάερους εξώστες.
Kατασκευές, για να ζει κανείς στη μοναξιά…

Μεταξύ ουρανού και γης
αιωρούνται κάποια ανθισμένα πανσεδάκια
“σε κατ΄ οίκον περιορισμό“ · 
xάρμα οφθαλμών οι χρωματοπινελιές τους.
Εν πολλοίς ριγέ το προπέτασμα προστασίας.

Μήνας Μάρτης·    
φειδωλή η ένδειξη πρασίνου στους παραδρόμους.
Η ανωνυμία  των εκτοπισμένων λουλουδιών,
διασωθέντων του άχροου καιρού,
άρθηκε με το άνθος.
Ξάφνου εξελίσσεται το θαύμα: 
μπουλούκια οι ιπτάμενοι εραστές.

Θαμώνες γίνηκαν  τα λεπιδόπτερα, τα υμενόπτερα
στην τροφοσυλλεκτική τους γύρα.
Σε μυστική αποστολή  κάποιο βρωμοκάνθαρο, που
εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε συγχρόνως.

Μήπως θα  ΄πρεπε να ομιλώ για τον αρχιτέκτονα του παντός,
για την επικρατούσα τάξη;

                                                  ***


                  


 Έγκλειστος στη Θεσσαλονίκη                                           


Πολιορκημένος απ΄ τον αστικό κλοιό
σωτήρια βήματα με οδηγούν και πάλι στην παραλία.
Αντάμωμα όρισαν για σήμερα, ως φαίνεται,
τα στοιχεία της φύσης: ο ήλιος, η θάλασσα και ο αγέρας·
σε πλήρη εξέλιξη το τελετουργικό, καθώς αριβάρω.           

Τεράστια πασαρέλα θυμίζει ο μόλος. 

Ο γυρομανής άνεμος
στιγμιαία παγιδεύτηκε στο “ραμποτέ“ της κατασκευής,
προκαλώντας πρωτόγνωρους ήχους, ουυυ-οοου ουυυ …,
ξανά και ξανά τρεκλίζοντας, πάνω στη μουσική κλίμακα.

«…τι μου λες τώρα!  Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε,
μπορείς να φανταστείς πώς θα ΄ναι;»
Φευγαλέο σπάραγμα συνομιλίας
– δυο μαθουσάλειας ηλικίας γυναικών –  στο διάβα.

Ξάφνου προβάδισμα έλαβε ο αγέρας…μας ανεμοδέρνει.
Μια μικρούλα χαρωπά ανοίγει τα “φτερά“ της
και προκαλεί τον άνεμο·
«κι άλλο…, κι άλλο…, κι άλλο!» φωνάζει δυνατά!
Ω, παιδική ψυχή!... φωτισμένη με αθωότητα.

Ζώσα μορφή λάβανε τα καράβια.
«Γεια σας  καραβάκια, γεια σας!»
ξεφώνισε από κάποια εξέδρα ένας λιλιπούτειος θεατής.
Μάλλον η απόσταση
τα χάρισε την υποκοριστική ονομασία.          

Απρόσμενα,
ένας παλιός γνώριμος, «Jonathan ο γλάρος»*
ανέμιζε μπροστά μου με έναν ιδιόμορφο χαιρετισμό.
«Μα!  τί γυρεύεις στη στεριά του λέω,
τί απέγιναν οι υπαρξιακές σου αναζητήσεις; »

Ένας σκύλος τον τρόμαξε ξαφνικά,
δεν πρόλαβε ν΄ απαντήσει –χάθηκε η ευκαιρία για πάντα –
…κάπου, κάποτε, όλοι μας αλλάζουμε στη ζωή πορεία…

Βαρύ το τίμημα για όσους εγκλωβίστηκαν,
σε όποια Θεσσαλονίκη.


*Russel Munson, «Jonathan Livingston Seagull» ΗΠΑ, 1970.


                                                 ***






Πολίτες της ίδιας πόλης                                                                             

Ανηλεής της καθημερινότητας η εικόνα.
Μια  πολύβουη σπασμένη συγχορδία
απ΄ τα χαράματα προσμένει
τη γνώριμη περιστροφή του παραθυρόφυλλου,
να μ΄ αγκαλιάσει.

Συχνά οι ήχοι δημιουργούν οικειότητα.

Μα σήμερα τί, ξύπνησα σ΄ άλλη χώρα;
Ασυνήθιστο άκουσμα σιμά στο μπαλκόνι·                                             
φωνές που ήγειραν παιδικές αναμνήσεις:

κάρα με θολωτό σκέπασμα,
μικρά και μεγάλα μπογαλάκια,
στα πλάγια τους κρεμασμένες οικοσκευές,
μυξιάρικα, ξυπόλητα παιδιά
και πρόσωπα που θύμιζαν Βομβάη…

Μεικτά τα συναισθήματα,
–άλλωστε οι κόσμοι μας δε συναντιούνται.
Εισχώρησαν  ηχητικά μες στη γνώριμή μου ασφάλεια
και ανασφάλεια προκάλεσε η απλωμένη κουρελού τους.

Κι όμως, πολίτες της ίδιας πόλης!
                          
                                ***




Βορά αδίστακτων κερδοσκόπων  
Μνημονίου αιτία

Ζήσαμε μες  στην τρυφηλότητα     
– την κατ΄ επέκταση ασωτία –  ως άλλοτε οι Συβαρίτες.         
Προσκυνήσαμε πανάρχαια είδωλα της ανθρωπότητας
βιώνοντας όνειρο απατηλό, δολερά στημένο.

Τίποτα δε μας απέμεινε απ΄ των προγόνων τη σοφία;
Πώς μας επέβαλαν το δόλιο παιχνίδι τους
οι παγκόσμιοι  τζογαδόροι,
ώστε ο λικνίζων πλούτος να γενεί παραγάδι για μυριάδες,
βορά αδίστακτων κερδοσκόπων;
 
Των σαράντα κλεφτών η σπηλιά τώρα σφραγίστηκε·
αλλάχτηκε το σύνθημα της εξόδου.
Ο δρόμος της  διαφυγής πια ανύπαρκτος.
Σσσσς…, ακούς τις φωνές που κρένουν για βοήθεια;
Αλί σ΄ αυτούς που ΄μείναν  έγκλειστοί της… 

Διέρρευσε πως θα υποδουλωθούν δις και τρις ισόβια,
υπόχρεοι στους δυνάστες δανειστές τους
και πως θα κατασχεθούν  άπαντα τα υπάρχοντά τους.

Πολλοί δε θέλησαν με την ντροπή να ζουν,
για όλους δεν αρκούσε ο αγέρας
και κάποιοι βρεθήκαν εκ προμελέτης θύματα
με επίσημο των κομμάτων χρίσμα.

Πόσο εξέπεσε ο θνητός
απ΄ την καθορισμένη της ζωής του πορεία!

Ήτοι : «Και συ Αδάμ, με κόπο να καλλιεργείς τη γη…… με
              τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου,
              ώσπου ξαναγυρίσεις στη γη από την οποία προήλθες»

Αλίμονο σ΄ αυτούς, πού ΄χουν μερτικό στο κρίμα…
                                
                                     ***


Τώρα που τα περνάμε δύσκολα                    


Αδειάζω τα ψώνια στον πάγκο της “Μαρκέτας“,
– τα απολύτως  απαραίτητα –
γάλα, μακαρόνια, πατάτες και κάτι ψιλολόια…

Προηγείται  κάποιος κύριος.

Το διαχωριστικό ξεχώριζε τις γυαλιστερές κονσέρβες
με το προκλητικό λογότυπο·
πορτρέτα  καλοθρεμμένων σκύλων
και γάτες με λαμπικαρισμένες γούνες…
Ο ίδιος έδειχνε να ψωμοζεί. 

«Ο tempοra, o mores (ω καιροί! ω ήθη!)

Τώρα που τα  περνάμε  δύσκολα,
με τη θηλιά του μνημονίου παρέα,
μάλλον « τό πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον ». 

                        ***
              
 Συνεχίζω να χαίρομαι…                                                         

 Θέλω να συμμετέχω στη χαρά σου
 - όσο δύναμαι ν΄ αντέξω,
 - όσο το επιτρέπει ο εγωισμός μου.

Διόλου ευχερές το εγχείρημα, να χαίρεσαι ανιδιοτελώς...

Και καλώς  χαίρεσαι, το οφείλεις στον εαυτό σου·
πώς άλλωστε θα υπάρξει συνέχεια
στα συναισθήματά σου;

Κι όμως, κάτι παράξενο συμβαίνει·
συνεχίζω να χαίρομαι,
και αν ακόμα η δική σου χαρά έχει εκλείψει!…

Τελικά, τι μοιράστηκα μαζί σου;
                         - την περιέργεια
                         - τη  χαιρεκακία
                         - την υπερηφάνεια
                         - τα τη, τα, το …μου!

Μάλλον συντάχθηκα στην αίγλη της στιγμής μαζί σου.
 
                           ***